Όποιος δεν πιστεύει στην Παγκόσμια Αποκατάσταση είναι μουλάρι αλλά όποιος την διδάσκει είναι γαϊδούρι
Christian Gottlieb Barth ( «Πιετιστής» θεολόγος του 19ου αιώνα )
Τα γραπτά των πατέρων της εκκλησίας, όσον αφορά τον εκφοβισμό των πιστών με παραμύθια όπως η μεταθανάτια κόλαση δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά από τους μελετητές της εκκλησιαστικής ιστορίας των πρώτων αιώνων εάν δεν λάβουν υπ’ όψιν τους την τότε ευρύτατα διαδεδομένη Πλατωνική ιδέα της «οικονομίας» γνωστής και ως «οφέλημο ψέμα». Ο Πλάτωνας υπερασπίσθηκε την ιδέα αυτή λέγοντας ότι το ψέμα και η πλάνη είναι χρήσιμα ως «φάρμακα»[1]
Τα ωφέλιμα ψέματα ήταν διαδεδομένα στην αρχαιότητα
Ο εκφοβισμός των απλών ανθρώπων με προειδοποιήσεις για τα βασανιστήρια που τους περιμένουν στον κάτω κόσμο ήταν η αγαπημένη μέθοδος πολλών σοφών της αρχαιότητας στις προσπάθειές τους να περιορίσουν τα αχαλίνωτα πάθη «του όχλου». Οι περισσότεροι σοφοί, συμπεριλαμβανομένων και των ελλήνων παραδέχθηκαν στα γραπτά τους ότι οι ψεύτηκες φοβέρες των υποχθόνιων βασανηστηρίων ήταν αναγκαίες για την διατήρηση της ηθικής τάξης.
Ο ιστορικός Thomas B. Thayer έψαξε και βρήκε αμέτρητες αναφορές σε κλασσικά έργα που αποδεικνύουν του λόγου το αληθές: «Οι κυβερνήτες, οι δικαστές, και οι ιερείς πλάθουν αυτά τρομακτικά παραμύθια για να κρατάνε τις μάζες υπο έλεγχο, οι απλοί άνθρωποι τις πιστεύουν με θρησκευτικό δέος ενώ οι επινοητές των φανταστικών αυτών ιστοριών καθώς και οι μορφωμένοι άνθρωποι, οι ιερείς και οι φιλόσοφοι άν και τις διδάσκουν στις μάζες, οι ίδιοι φυσικά δεν τις πιστεύουν»[2]. Ακολουθούν μερικά από τα παραδείγματα που βρήκε ο Thayer:
Ο Αριστοτέλης έγραψε ότι εκτός από την αλήθεια της ύπαρξης της θεότητας όλα τα άλλα που αναφέρονται από την μυθολογία επινοήθηκαν με σκοπό «να πείθονται τα πλήθη» και «για τα συμφέροντα του νόμου»[3]
Σύμφωνα με τον Χρύσιππο ο Πλάτωνας προσπάθησε να αποτρέψει τους ανθρώπους από το κακό φοβιζοντάς τους με ιστορίες για μεταθανάτιες ιστορίες, κάτι άλλωστε που παραδέχθηκε και ο ίδιος ο Πλάτωνας. Ο Thayer[4] προσθέτει: «Ο Πλάτωνας δείχνει να φάσκει και να αντιφάσκει. Μερικές φορές υιοθετεί τα παραμύθια αυτά και άλλες φορές τα απορρίπτει ως μεγάλα ψέμματα που φοβίζουν άδικα τον κόσμο σχετικά με τον αόρατο κόσμο. Μερικές φορές παραδέχεται ότι για κοινωνικούς λόγους τα παραμύθια αυτά είναι αναγκαία για να αποτρέπουν τους κακούς ανθρώπους από το έγκλημα και την παρανομία, αλλά σε άλλα σημεία των γραπτών του παραπονείται ότι αυτά τα παραμύθια φοβίζουν τους πολίτες και κάνουν τους στρατιώτες δειλούς επειδή πιστεύοντας σε αυτά φοβούνται να πεθάνουν και κατα συνέπεια δεν πολεμάνε με γενναιότητα και με αυτοθυσία. Όλα αυτά δείχνουν ότι ο Πλάτωνας έβλεπε τις αντιλήψεις περί μεταθανάτιων βασανιστηρίων ως ψέματα και παραμύθια, ωφέλιμα μερικές φορές αλλά βλαβερά σε άλλες περιπτώσεις»
Ο Πλούταρχος[5] κάνει το ίδιο, μερικές φορές αναφέρεται στους μύθους αυτούς ως αλήθειες ενώ σε άλλα σημεία παραδέχεται ότι είναι «παραμύθια που λένε οι παραμάνες»
Ο ιστορικός Πολύβιος: «Επειδή το πλήθος είναι πάντα γεμάτο αδυναμίες, άνομες επιθυμίες, παράλογα πάθη και βίαιες τάσεις, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να τους κρατάμε υπο έλεγχο εκτός από τον φόβο και τον τρόμο του αόρατου κόσμου, γιαυτό και οι σοφοί προγονοί μας προέβαλλαν αυτές τις αντιλήψεις σχετικά με τους θεούς και με τους υποχθόνιους τόπους…»[6]
Ο Διονύσιος της Αλικαρνασσού επίσης χαρακτήρισε τις ιστορίες σχετικά με υποχθόνια μέρη βασανιστηρίων ως ωφέλιμα ψέμματα[7]
Ο ιστορικός Λίβιος χαρακτήρισε τον φόβο στα υπερφυσικά όντα ως σοφή επινόηση και ως «το πιό αποτελεσματικό μέσο ελέγχου του άμαθου και βάρβαρου πλήθους»[8]
Ο γεωγράφος Στράβων: «Ο φόβος και ο τρόμος από τις τιμωρίες με τις οποίες οι θεοί υποτίθεται ότι τιμωρούν τους παραβάτες, καθώς και άλλες φρικιαστικές εικόνες που αναστατώνουν τον απλοϊκό νου αποτρέπουν τα πλήθη από την παρανομία…είναι αδύνατο να κυβερνηθεί ο κοινός όχλος και να οδηγηθεί στην αρετή μέσω φιλοσοφικών επιχειρημάτων, αλλά αυτό γίνεται μέσω της δεισδαιμονίας, μέσωπαραμυθιών και μέσω μυθολογικών τεράτων…όλα αυτά τα επινόησαν οι αρχαίοι νομοθέτες για να τρομάζουν το ανόητο πλήθος».[9] Ο Στράβων επίσης έγραψε ότι «Ο Πλάτωνας και οι Βραχμανοί της Ινδίας επινόησαν μύθους σχετικά με τις μελλοντικές κρίσεις στον Άδη».
Ο Λατίνος σοφός Σένεκας ονομάζει τις καταχθόνιες τιμωρίες της άλλης ζωής ως παραμύθια που μάταια εκφοβίζουν τον κόσμο, ο Sextus Empiricus τις ονομάζει «ποιητικούς μύθους του Άδη» ενώ και ο Κικερώνας τις χαρακτηρίζει ανόητες παραλογίες και παραμύθια «ineptiis ac fabulis»
Ιουδαϊκοί μύθοι
Τα οφέλημα αυτά ψέματα σχετικά με τις μεταθανάτιες τιμωρίες δανείσθηκαν όπως ήταν φυσικό και οι Ιουδαίοι Ραββίνοι, ιδιαίτερα όσοι μορφώθηκαν στη Βαβυλωνία και την Αίγυπτο. Όπως έγραψε και ο σπουδαίος ιστορικός Mosheim, μετά την εξορία τους στην Βαβυλωνία «οι Ιουδαίοι ασπάσθηκαν ένα σωρό μυθολογικά στοιχεία και ανόητες δεισδαιμονίες σχετικά με την θεία φύση, τις αόρατες δυνάμεις, κλπ., μερικές από τις οποίες έφεραν από την εξορία της Βαβυλωνίας, ενώ άλλες πήραν από τους Αιγύπτιους και από άλλους γειτουνικούς λαούς»[10]
Οι Ιουδαίοι έπλασαν αμέτρητες ιστορίες με δαίμονες και άλλα μυθολογικά στοιχεία από τους γύρω λαούς τους: «Οι Εβραίοι έλαβαν τη διδασκαλία τους σχετικά με δαιμόνια από δύο πηγές. Την εποχή της Βαβυλωνιακής κατοχής και εξορίας δέχθηκαν επιρροές από την Χαλδαιο-Περσική μαγεία, ενώ αργότερα δέχθηκαν επιρροές και απο την ελληνιστική Αλεξάνδρεια όπου σχηματίσθηκε μεγάλη εβραϊκή παροικία»[11] Ένας άλλος ιστορικός γράφει: «Αυτή η νόθευση της Ιουδαϊκής θρησκείας…την εποχή των Πτολεμαίων γέμισε τους Ιουδαίους με δίψα για μεταφυσικά ζητήματα…οι Ιουδαίοι άρχισαν να μαθαίνουν και να υιοθετούν στη θρησκεία τους διάφορα στοιχεία από τις θρησκείες της Αιγύπτου και της Ανατολής»[12] Στην Αλεξάνδρεια γράφτηκαν έργα όπως το απόκρυφο «βιβλίο του Ενώχ» με την έντονη αγγελολογία του και τις συχνές αναφορές σε παντοτινά μεταθανάτια βασανιστήρια των ασεβών. Οι Ιουδαίοι φυσικά έδωσαν το δικό τους χρώμα στις διάφορες μυθολογικές ιστορίες που υιοθέτησαν από τους γύρω λαούς και τις προσάρμωσαν σε Βιβλικά μοτίβα. Η αγγελολογία και η δαιμονολογία τους είναι γεμάτη από ανόητες, αηδιαστικές και αποκρουστικές αντιλήψεις.
Αναφερόμενος ίσως στο γεγονός ότι ενώ οι Πατριάρχες, ο Μωησής και οι προφήτες δεν δίδαξαν ποτέ την ιδέα ότι υπάρχουν μεταθανάτιες τιμωρίες, οι Ιουδαίοι υιοθέτησαν εντελώς αυθαίρετα τις μυθολογικές αντιλήψεις των γύρω λαών, ο μεγάλος πατέρας της αρχαίας εκκλησίας Κλήμης ( της Αλεξάνδρειας ) παραπονέθηκε για την εισαγωγή στην εκκλησία «της μεταθανάτιας τιμωρίας» και της τιμωρίας «με πύρ».
Η Αιγυπτιακή θρησκεία παραδοσιακά δίδασκε τόσο το δόγμα της μετεμψύχωσης όδο και το δόγμα των παντοτινών μεταθανάτιων υποχθόνιων βασανιστηρίων. Και τα δύο αυτά δόγματα υιοθετήθηκαν από πολλούς Ιουδαίους και ήταν δημοφιλή στην Ιουδαία την εποχή του Χριστού. Για παράδειγμα στο περιστατικό με τον εκ γεννηθείς τυφλό που θεράπευσε ο Xριστό οι μαθητές Του τον ρώτησαν: «Κύριε, ποιός αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του που γεννήθηκε τυφλός;» ( βλέπε ΙΩΑΝ κεφ 9 ). Πολλοί άλλοι νόμιζαν ότι ο Ιησούς ήταν η μετενσάρκωση του Ιωάννη του Βαπτιστή. Ο Ιησούς ούτε διέψευσε ούτε επιβεβαίωσε την τότε επικρατούσα αντίληψη περι μετενσάρκωσης, όπως και δεν καταδέχθηκε να προβεί σε διευκρινήσεις ούτε και για άλλες λαϊκές πεποιθήσεις σχετικά με την άλλη ζωή τις οποίες πεποιθήσεις απλά χρησιμοποιούσε ως «γλαφυρό υλικό» για τις παροιμίες του. Τόσο η αντίληψη της μετενσάρκωσης όσο και των μεταθανάτιων βασανιστηρίων είναι διάχυτες στα διάφορα «απόκρυφα» γραπτά Ιουδαίων της Αλεξάνδρειας τους δύο αιώνες πριν την έλευση του Σωτήρα. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Ιουδαίου ιστορικού Ιώσηπου, οι Φαρισσαίοι αμφιταλαντεύονταν μεταξύ της ανάστασης και της μετενσάρκωσης ως αντιλήψεις για τη ζωή μετά τον θάνατο.
Ο μεγάλος ιστορικός Campbell έγραψε: «Απο τον καιρό της εξορίας, και ιδιαίτερα απο τον καιρό της υποταγής τους στην ελληνιστική αυτοκρατορία και αργότερα στην Ρωμαϊκή, οι Ιουδαίοι είχαν στενότερη επαφή με τους ειδωλολάτρες, από τους οποίους απορρόφησαν πολλά στοιχεία, και πιό συγκεκριμένα στα σημεία όπου ο Μωσαϊκός Νόμος ήταν σιωπηλός…στο θέμα της μεταθανάτιας ύπαρξης, βλέπουμε μία μεγάλη διαφορά στις διαδεδομένες πεποιθήσεις των Ιουδαίων της εποχής του Χριστού με τις πεποιθήσεις των αρχαίων προφητών. Τόσο οι ρωμαίοι όσο και οι Έλληνες είχαν υιοθετήσει την ιδέα ότι οι ψυχές των πεθαμένων είτε απολάμβαναν μακαριότητα ή υπέφεραν βασανιστήρια. Οι Ιουδαίοι δεν υιοθέτησαν ακριβώς τους ίδιους μύθους αλλά σε γενικές γραμμές η σκέψη τους ευθυγραμμίσθηκε»[13]
Περιηγήσεις στην κόλαση
Η φαντασία των Ιουδαίων της Αλεξάνδρειας κατα τη διάρκεια της ελληνιστικής εποχής παρήγαγε διάφορα λογοτεχνικά έργα με θέμα μεταξύ άλλων τιςμεταθανάτιες τιμωρίες των αμαρτωλών. Δανειζόμενοι στοιχεία από την Αιγυπτιακή την Βαβυλωνιακή και την Ελληνική μυθολογία οι συγγραφείς των λεγόμενων «αποκαλυπτικών» ψευδεπίγραφων, καθώς και άλλων, διδακτικών κυρίως, έργων προσπαθούσαν να συνετίσουν τους απλοϊκούς ταιριάζοντας τις αμαρτίες τους με τις τιμωρίες του κάτω κόσμου. Για παράδειγμα οι μοιχοί και οι πόρνοι βασανίζονταν στην Γέενα με το να κρεμιόνται από τα γεννητικά τους όργανα, κλπ. Τα κατ αναλογίαν αυτά βασανιστήρια ήταν συνηθισμένο τέχνασμα των σοφών της αρχαιότητας για να συνετίζουν τους όχλους. Για παράδειγμα συναντάμε σε κλασσικά ελληνικά ( και Ρωμαϊκά ) έργα το σενάριο να τιμωρούνται στον Άδη οι μοιχοί με βασανιστήρια που να αντιστοιχούν στο εγκλημά τους. Ο Πλάτωνας αναφέρεται στην διαδεδομένη πεποίθηση της εποχής του ότι οι φονιάδες τιμωρούνται στον Άδη με βασανιστήρια και στη συνέχεια επιστρέφουν στη γή, μέσω της μετεμψύχωσης όπου πέφτουν με τη σειρά τους οι ίδιοι θύματα φόνου.
Σε ένα διασωθέν απόσπασμα από έργο του Ιερώνυμου της Ρόδου ( 3ος αιώνας π. Χ ), το οποίο αναφέρεται στη ζωή του Πυθαγώρα, διαβάζουμε ότι ο Πυθαγώρας ( ή ο Ιερόνυμος ) περιγράφει τα βασανιστήρια ορισμένων ανδρών οι οποίοι κρεμάζονταν επειδή «δεν επιθυμούσαν να έχουν συνουσία με τις γυναίκες τους», ενώ παρόμοιες μεταθανάτιες τιμωρίες περιγράφουν για σεξουαλικά αδικήματα ο Βιργίλιος ( Αινειάδα 6. 623 ) και ο Λουκιανός ( Μήνιππος 2, κλπ ). Τα πιό συνηθισμένα σεξουαλικά αδικήματα που τιμωρούνταν στον κάτω κόσμο ήταν η αιμομιξεία και η μοιχεία.[14] Από τα Ιουδαϊκά ψευδεπίγραφα ξεχωρίζουν το δεύτερο και το τέταρτο βιβλίο «του Προφήτη Εσδρά»[15] Οι συγγραφείς τους φέρουν τον προφήτη να παραπονιέται στον Θεό για την αδικία της μεταθανάτιας χωρίς τέλος τιμωρίας των αμαρτωλών λέγονας ότι θα ήταν καλύτερα να μην είχε δημιουργήσει την ανθρωπότητα αφού γνώριζε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα κατέληγαν στη Γέενα. Όταν ο Θεός ανακοινώνει στον Εσδρά ότι ήρθε η ώρα να πεθάνει ( κεφ 6 ), ο προφήτης αρνείται, λέγοντας ότι όλες οι έξοδοι του σωματός του είναι πολύ άγιες για να επιτρέψουν στην ψυχή του να βγεί. Τελικά ο Θεός καταφέρνει να πείσει τον προφήτη να πεθάνει κάνοντας μία συμφωνία μαζί του ότι όποιος προωθήσει το βιβλίο του και θυμηθεί το ονομά του θα έχει μία θέση εξασφαλισμένη στον Παράδεισο. Αυτό και αν είναι μάρκετινγκ!
Η παράδοση αυτή με τους προβληματισμούς και τις φαντασιώσεις των ανθρώπων σχετικά με την άλλη ζωή φυσικά συνεχίσθηκε και στα Χριστιανικά χρόνια, και υιοθετήθηκε από Χριστιανούς συγγραφείς παρόμοιων έργων τα οποία αυξήθηκαν και πληθύνθηκαν από τους πρώτους αιώνες της εκκλησίας. Έχουν διασωθεί πολλά από τα «ψευδεπίγραφα» και «απόκρυφα» Χριστιανικά έργα με περιηγήσεις αγίων στην κόλαση. Το μοτίβο είναι σε όλα το ίδιο. Κάποιος άγιος της εκκλησίας περιηγείται από τους αγγέλους ή από τον ίδιο τον Χριστό στην κόλαση όπου βλέπει τα φρικτά βασανιστήρια των αμαρτωλών τα οποία στη συνέχεια καταγάφει για να προειδοποιούνται οι αδύναμοι Χριστιανοί από τους κινδύνους της αμαρτίας. Τα κείμενα αυτά, φαντάζουν στον μοντέρνο αναγνώστη ως εντελώς γελοία και παιδαριώδη, αλλά τότε έκαναν καλά τη δουλειά τους όσον αφορά τον εκφοβισμό των απλοϊκών. Ενδιαφέρον πάντως έχει το γεγονός ότι σε πολλά απο αυτά, οι άγιοι βλέποντας τα βασανιστήρια των κολασμένων παρακαλάνε τον Θεό να δείξει έλεος. Για παράδειγμα, ο συγγραφέας της αποκάλυψης του Απ. Παύλου ( αρχές 3ου αιώνα ), φέρει τον Απόστολο να παρακαλάει τον Θεό να δείξει έλεος στους αμαρτωλούς που υποφέρουν φρικτά βασανιστήρια μέσα σε πύρινους ποταμούς, αθάνατα σκουλήκια, τέρατα, δαίμονες και θηρία, κλπ. Κατά το τέλος της περιήγησης ο Απ. Παύλος αναφωνεί: «Θα ήταν καλύτερα για όλους εμάς τους αμαρτωλούς να μην είχαμε ποτέ γεννηθεί!»[16]. Στις παρακλήσεις του Αποστόλου παίρνει μέρος και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ ( κεφ 43 ) ο οποίος επίσης ζητάει από τον Θεό να δείξει έλεος. Τελικά εμφανίζεται ο Χριστός ο οποίος επιτημά τους αμαρτωλούς αλλά τους επιτρέπει να αναπαύονται από τα βασανιστήρια κάθε Κυριακή. Σε μία παρόμοια περιήγηση, αυτή τη φορά της Παρθένου Μαρίας,[17] τα παρακαλητά της Θεοτόκου αποδεικνύονται πιό αποτελεσματικά, καθώς οι αμαρτωλοί μπορούν πλέον να αναπαύονται ολόκληρο το Σαββατοκύριακο!
Η Παραβολή του Λαζάρου
Στην γνωστή παραβολή του Λαζάρου διαβάζουμε την ιστορία ενός ατομιστή πλούσιου ο οποίος δεν ενδιαφερόταν καθόλου να βοηθήσει έναν φτωχό ζητιάνο τον Λάζαρο ο οποίος έτρωγε από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου ενώ έγλυφαν τις πληγές του οι σκύλοι. Ο πλούσιος αφού πέθανε βρέθηκε στον (ελληνικό) Άδη ο οποίος ήταν χωρισμένος σε δύο διαμερίσματα, ένα για τους καλούς και ένα για τους κακούς. Την ελληνική αυτή έκδοση του Άδη την είχαν υιοθετήσει και οι Ιουδαίοι οι οποίοι την προσάρμωσαν στους μύθους που δημιούργησαν σχετικά με τον δικό τους Άδη, την Σεόλ, το δε «παράρτημα των κακών» ταύτισαν με ένα άλλο Βιβλικό σύμβολο, την γέενα. Ο πλούσιος πήγε φυσικά εκεί που πάνε οι κακοί όπου «εν βασάνοις» ύψωσε τα μάτια του και είδε τον φτωχό Λάζαρο, ο οποίος είχε επίσης πεθάνει, να αναπαύεται στο άλλο διαμέρισμα του Άδη, «στην αγκαλιά του Αβραάμ».
Φυσικά πολλοί Χριστιανοί ερμηνεύουν την παραβολή αυτή κυριολεκτικά και βασίζουν επάνω σε αυτήν το δόγμα ότι οι ψυχές των (κακών) πεθαμένων υποφέρουν σε κάποιο υποχθόνιο τόπο βασανιστηρίων. Εάν υποθέσουμε ότι η παραβολή αυτή ανήκει στα αυθεντικά λόγια του Χριστού, προκύπτει το ερώτημα: γιατί να χρησιμοποιήσει τέτοιου είδους μυθολογικών στοιχείων; Ο Χριστός, εάν όντως είπε αυτήν την παραβολή, δεν την είπε για να ικανοποιήσει την ανθρώπινη περιέργεια σχετικά με το τί γίνεται μετά το θάνατο, αλλά για να διδάξει ορισμένα άλλα πράγματα. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι η παραβολή αυτή δεν ήταν επινόηση του Χριστού αλλά μία παραλλαγή κάποιας παρόμοιας παραβολής των Ιουδαίων της εποχής Του ( βλέπε Gemara Babylonicum ). Αυτό το επιβεβαιώνει και ο ιστορικός Whitby.[18] Περί αυτού γράφει ο Thayer: «Η ιστορία αυτή δεν ήταν καινούργια, ούτε την ξεκίνησε ο Χριστός, αλλά ήταν γνωστή στους Ιουδαίους. Ο Χριστός απλά την επανέλαβε δινοντάς της νέο νόημα. Δανείσθηκε την παραβολή από τους Ιουδαίους και την χρησιμοποίησε για να τους προειδοποιήσει για την κρίση που τους περίμενε ως έθνος»[19]
Με τον πλούτο του «κολασμένου» πλούσιου ο Χριστός παρομοίωσε τα πνευματικά προνόμια και ευλογίες που απολαμβάνανε οι Ιουδαίοι μέσω του Μωσαϊκού συστήματος και ως κάτοχοι των Αβρααμικών επαγγελιών. Με την μιζέρια του φτωχού Λαζάρου παρομοίωσε την πνευματική φτώχεια των εθνικών. Ο θάνατος του πλούσιου συμβόλιζε το θάνατο του Ιουδαϊκού έθνους το 70 μ.Χ όταν καταστράφηκε από τους Ρωμαίους οι οποίοι μεταξύ άλλων κατεδάφισαν τον Ναό και έβαλαν οριστικό τέλος στο Μωσαϊκό σύστημα λατρείας. Σύμφωνα με την διδασκαλία του Απ. Παύλου, από το 70 μ.Χ και μετά οι Ιουδαίοι βρίσκονται στον Άδη «εν βασάνοις» και έχουν αποκοπεί από την Αβρααμική επαγγελία, την οποία μονάχα όσοι δέχονται τον Μεσσία Ιησού μπορούν να απολαμβάνουν, κάτι που έγινε με τους εθνικούς. Το ότι η συμβολική έννοια της παραβολής του Λαζάρου αναφέρεται στα γεγονότα του 70μ.Χ, μάλλον ενισχύει την άποψη ότι δεν ανήκει στα αυθεντικά λόγια του Χριστού. Πιθανότατα η γνωστή Ραββινική παραβολή (Gemara Babylonicum) ανακυκλώθηκε απο Χριστιανούς μετά το 70μ.Χ (μήπως απο τον Απ. Παύλο;) καταλήγοντας έτσι στα ευαγγέλια. Εν τούτοις, δεν αποκλείεται να βασίζεται σε κάποια αυθεντική παραβολή του Χριστού, καθώς περιέχει το στοιχείο της ανατροπής αξιών “οι έσχατοι έσονται πρώτοι”, κλπ (στην περίπτωση του Λαζάρου, η ανατροπή αξιών είναι απο πλούσιοι = δίκαιοι / ευλογημένοι & φτωχοί = αμαρτωλοί / καταραμένοι σε πλούσιοι = άδικοι / καταραμένοι & φτωχοί = δίκαιοι / ευλογημένοι). Πάντως, η συμβολική έννοια της ανατροπής απο Ιουδαίους σε Εθνικούς ως “εκλεκτούς”, δείχνει να είναι επικρατέστερη ερμηνεία.
Ο Thayer προσθέτει: «η ουσία του ζητήματος είναι ότι ο Χριστός πήρε μία από τις παραβολές που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους Ιουδαίους της εποχής του και χωρίς να εγκρίνει τα μυθολογικά στοιχεία της, απλά την χρησιμοποίησε για να δείξει ότι οι εθνικοί ( Λάζαρος ) θα γινόντουσαν δεκτοί στην Μεσσιανική βασιλεία μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ, ενώ οι Ιουδαίοι ( ο πλούσιος ) θα υπέπεφταν σε μεγάλη καταστροφή, όπως συμβολικά είχε προειδοποιήσει και την πόλη της Καπερναούμ ότι θα κατέβαινε στον Άδη»
Η παραβολή του φτωχού Λαζάρου, όπως και άλλες παραβολές που αποδίδονται στον Χριστό αναφέρονται στην καταστροφή του Ιουδαϊκού έθνους το 70μ.Χ, όπως «αρθήσεται αφ’ υμών η βασιλεία του θεού και δοθήσεται έθνει ποιούντι τους καρπούς αυτοίς…και ακούσαντες οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι τας παραβολάς αυτού έγνωσαν ότι περι αυτών λέγει» ( ΜΑΤΘ 21: 43-45 ), «λέγω δε υμιν οτι πολλοί απο ανατολων και δυσμων ηξουσιν και ανακλιθήσονται μετα Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ εν τη βασιλεία των ουρανών, οι δε υιοί της βασιλείας εκβληθήσονται εις το σκότος το εξώτερον, εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων». ( ΜΑΤΘ 8: 11, 12 ) Οι Ιουδαίοι ακόμα “κλαίνε” στον γνωστό τοίχο των δακρύων εκεί στα Ιεροσόλυμα αναπολώντας την αρχαία δόξα του Ναού…
Όσο για το περιβόητο χάσμα που χωρίζει τον βασανιζόμενο πλούσιο (Ιουδαίους) από τον μακάριο Λάζαρο (τους εθνικούς που απολαμβάνουν τις πνευματικές επαγγελίες του Αβραάμ, δηλαδή «της δικαιοσύνης εκ πίστεως»), ο Απ. Παύλος έγραψε: «αλλά, οι διάνοιές τους ( των Ιουδαίων ) τυφλώθηκαν επειδή, μέχρι σήμερα μένει το ίδιο κάλυμμα κατά την ανάγνωση της παλαιάς διαθήκης, που δεν ανασηκώνεται, επειδή, διαμέσου τού Χριστού καταργείται. Αλλά, μέχρι σήμερα, όταν διαβάζεται ο Μωυσής, ένα κάλυμμα κείτεται επάνω στην καρδιά τους». Ο Απ. Παύλος τόνισε ότι δεν έχουν τελειώσει όλα για τον πλούσιο (ο οποίος συμβολίζει τους Ιουδαίους) παρόλο που βρέθηκε στον Άδη: «λέγω ουν, μη έπταισαν ίνα πέσωσιν; μη γένοιτο, αλλά τω αυτών παραπτώματι η σωτηρία τοις έθνεσιν εις το παραζηλώσαι αυτούς…ότι πώρωσις απο μερους τω Ισραήλ γέγονεν αχρις ου το πληρωμα των εθνων εισέλθη και ουτως πας ο Ισραήλ σωθήσεται…» ( βλέπε Προς Ρωμαίους κεφ. 11 ). Άλλωστε, για όσους επιμένουν να ερμηνεύουν την παραβολή κυριολεκτικά, ο Απ. Παύλος πίστευε και δίδασκε ότι ακόμα και ο «Άδης» θα καταργηθεί μαζί με τον θάνατο!
Σχετικά με την μυθολογική έκδοση του Άδη που λέγεται ότι χρησιμοποίησε ο Χριστός στην παραβολή του Λαζάρου ένας Σκωτσέζος θεολόγος έγραψε κάποτε τα εξής: «Το ότι η παραβολή δανείζεται στοιχεία από την ελληνική μυθολογία, δεν σημαίνει ότι ο Κύριος ενέκρινε όσα ο απλός λαός πίστευε τότε σχετικά με αυτά τα θέματα…Στην παραβολική γλώσσα, εφόσον η ουσία της διδασκαλίας ήταν σωστή, οι όροι, η φρασεολογία και οι εικόνες με τις οποίες η διδασκαλία διατυπωνόταν μπορούσαν να είναι εκείνες που ο απλός λαός θεωρούσε ως πιό γνώριμες»[20]
Πάντως ένα πράγμα είναι σίγουρο. Στις παραβολές του, ο Χριστός ενδιαφερόταν περισσότερο να διδάξει τους ακροατές Του τα ηθικά διδάγματα της Βασιλείας του Θεού παρά να ικανοποιήσει την περιέργεια των ευφάνταστων Ιουδαίων όσον αφορά τις λεπτομέρειες της άλλης ζωής. Ο Keith Ward ( God, Faith & the New Millenium, σελ. 148 ) εξηγεί: «Όταν ο Χριστός διδάσκει για την Κόλαση, μας προειδοποιεί για τις αυτοκαταστροφικές συνέπειες της αμαρτίας και της ζωής που χαρακτηρίζεται από εγωϊστικά πάθη. Οι φωτιές της κόλασης δεν ειναι παρά οι φωτιές της ακόρεστης επιθυμίας, και το σκότος το εξώτερον δεν είναι παρά η αίσθηση της απουσίας του Θεού από όσους αγαπούν και ζουν αποκλειστικά για τον εαυτό τους. Οι εγωκεντρικές επιθυμίες αναπόφευκτα φέρνουν την καταστροφή και τον πόνο. Με αυτήν την έννοια η Κόλαση όντως υπάρχει, αλλά όχι ως κάποια κυριολεκτική φωτιά μέσα από την οποία δεν υπάρχει διέξοδος. Αντίθετα, το κεντρικό μήνυμα της διδασκαλίας του Ιησού είναι ότι οι άνθρωποι πρέπει να μετανοήσουν, δηλαδή να πάψουν να σκέφτονται εγωκεντρικά και να δεχτούν την ευλογημένη αιώνια ζωή που προσφέρει ο Θεός»
Ένας από τους σπουδαιότερους Χριστιανούς ιστορικούς του 19ου αιώνα, ο εβραϊκής καταγωγής Alfred Edersheim ρώτησε: «Αποκλείεται ο Κύριος, όπως ήταν εσκεμμένα ασαφής όσον αφορά την Δευτέρα Παρουσία Του, να έκανε το ίδιο αναφορικά και με το ζήτημα της ακριβής διάρκειας των μεταθανάτιων κρίσεων του Θεού;»[21]
Ο μύθος του Ταρτάρου
Η ελληνική μυθολογική λέξη Τάρταρος (ο τόπος φυλακής των Τιτάνων) χρησιμοποιείται από τον Απ. Πέτρο ως συμβολική αναφορά στην τιμωρία των «αμαρτήσαντων αγγέλων». Τα ακριβή λόγια του Αποστόλου είναι «σειραίς ζόφου ταρταρώσας παρέδωκεν εις κρίσην τηρουμένους» ( βλέπε Β ΠΕΤΡΟΥ 2: 4 ).
Όπως και οι αλληγορικές αναφορές των υπόλοιπων συγγραφέων της Αγίας Γραφής στον μυθολογικό Άδη ήταν σχήματα λόγου για δραματική έμφαση, έτσι και η αναφορά του Απ. Πέτρου στον μυθολογικό Τάρταρο δεν ήταν παρά ένα σχήμα λόγου. Και πάλι τυχόν κυριολεκτική ερμηνεία του στγκεκριμένου εδαφίου δημιουργεί σειρά προβλημάτων καθώς υποχρεώνει τον Απόστολο να διδάσκει ότι όλες οι φανταστικές λεπτομέρειες των ελλήνων ποιητών σε μυθολογικά τέρατα, τιτάνες κλπ., ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ούτε και οι ίδιοι οι ποιητές δεν τα πίστευαν! Ο μυθολογικός Τάρταρος δεν ήταν παρά ένας μύθος, μία δραματική έκφραση, ή ένα σχήμα λόγου που μονάχα οι απλοϊκοί άνθρωποι ερμήνευαν κυριολεκτικά. Το ότι ο Απόστολος Πέτρος χρησιμοποίησε τον ελληνικό αυτό μύθο ως σχήμα λόγου δε σημαίνει ότι πίστευε πραγματικά στην υπαρξή του.
Το ίδιο ισχύει και με τον ανόητο Ιουδαϊκό μύθο σχετικά με την αντιμαχία του αρχάγγελου Μιχαήλ με τον διάβολο για το σώμα του Μωησή. Το ότι ο Ιούδας χρησιμοποίησε αλληγορικά τον μύθο αυτό ως παράδειγμα για να δώσει έμφαση στην διδασκαλία του δε σημαίνει ότι πραγματικά πίστευε στον μύθο αυτό. Οι αρχαίοι συγγραφείς δεν έννοιωθαν την ανάγκη, ούτε ήταν υποχρεωμένοι να διευκρινίζουν πότε χρησιμοποιούσαν κάποιο παράδειγμα κυριολεκτικά και πότε αλληγορικά, ή εάν πίστευαν στην ιστορικότητα κάποιας ιστορίας ή μύθου. Όταν σήμερα οι διάφοροι λογοτέχνες, δημοσιογράφοι, φιλόσοφοι, ή και θεολόγοι χρησιμοποιούν ή δανείζονται για δραματική έμφαση κάποια φανταστική ιστορία από το Χόλυγγουντ δε θεωρούνται ως ένοχοι ψέμματος. Σημασία έχει εάν η ουσία της κάθε διδασκαλίας εκφράζει κάποια αλήθεια και όχι εάν τα μέσα έκφρασης που χρησιμοποιούνται περιέχουν φανταστικά στοιχεία για δραματική έμφαση.
Οι Ραββίνοι και η Γέενα
Οι δεισδαιμονίες που υιοθέτησαν οι Ιουδαίοι από τους γύρω λαούς βρήκαν ως τέλειο σύμβολο τον απαίσιο σκουπηδότοπο που συνέχεια έκαιγε έξω από τις πύλες της Ιερουσαλήμ. Όπως ήταν φυσικό ο εφιαλτικός αυτός χώρος όπου πετάγονταν μεταξύ άλλων και τα πτώματα των εκτελεσθέντων κακοποιών έφτασε σε σημείο να θεωρείται από τον απλό λαό ως στοιχειωμένος από ακάθαρτα πνεύματα.
Ένας «πολύ μορφωμένος» Ραββίνος ονόματι Wise ( τον οποίον αναφέρει ο ιστορικός Χάνσον ) έγραψε ότι η εξέλιξη της Γέενας σε σύμβολο της μεταθανάτιας τιμωρίας αποδεικνύει ότι «οι αρχαίοι Εβραίοι δεν πίστευαν σε μεταθανάτια κόλαση, καθώς στη γλώσσα τους δεν είχαν καμμία λέξη που να περιγράφει κάτι τέτοιο. Όταν σε μετέπειτα χρόνια άρχισαν να πιστεύουν σε υποχθόνιους χώρους για μεταθανάτιες τιμωρίες υποχρεώθηκαν να δανεισθούν τη λέξη Γέενα, το όνομα του σκουπηδότοπου έξω από την Ιερουσαλήμ»
Οι Ιουδαϊκοί μύθοι πάντως που κυκλοφορούσανε την εποχή του Χριστού ήταν το κάτι άλλο. Οι Ραββίνοι συναγωνίζονταν μεταξύ τους σε φαντασία σχετικά με το τί γινόταν στον αόρατο κόσμο ο οποίος ήταν γεμάτος από αγγέλους και δαίμονες. Αναφορικά με τις μεταθανάτιες τιμωρίες των ασεβών, ένας Ραββίνος του 1ου αιώνα μ.Χ, ο Elieser,[22] έγραψε ότι «είναι αλυσοδεμένοι και βρίσκονται πάντα σε ανησυχία» καθώς «ο ένας άγγελος τους πετάει στον άλλον από την μία άκρη του κόσμου στην άλλη», απ’ όπου προφανώς βγήκε η ιδέα για το βόλεϊ…
Τον δεύτερο αιώνα μ.Χ έχουμε την αναφορά στον αποστάτη Ραββίνο Meir του οποίου η κάθοδος στη γέενα είναι προσωρινή καθώς οι προσευχές του μαθητή του τον έβγαλαν από εκεί. Μάλιστα ο μαθητής του βεβαιώθηκε για τη λύτρωση του Διδασκάλου του όταν είδε καπνό να ανεβαίνει από τον τάφο του.[23] Σύμφωνα με τον Edersheim, την ίδια περίοδο ( 2ος αιώνας ) πολλοί Ραββίνοι δίδαξαν τον τελικό αφανισμό των αθαράπευτα κακών ανθρώπων.
Τον τρίτο μ.Χ αιώνα έχουμε κάποιον Ραββίνο με το όνομα José (Tor. Ber. vi. 15) να γράφει ότι η φωτιά της Γέενας, η οποία ετοιμάσθηκε την δεύτερη ημέρα της δημιουργίας, «θα παραμείνει άσβεστη εις τον αιώνα». Ένας άλλος Ραββίνος, ο Ben Lakish ( Kethub. u. s.), δίδαξε ότι η φωτιά της Γέενας δεν θα έκαιγε τους Ιουδαίους αμαρτωλούς, αλλά μονάχα τους εθνικούς, ενώ σε άλλο σημείο ( Nedar. 8 b ) μας βεβαιώνει ότι στο μελλοντικό ΟΛΑΜ, δεν θα υπάρχει η Γέενα αλλά οι κακοί θα τιμωρούνται από τις φλόγες του ήλιου. Η δε ιδέα της Αποκατάστασης φαίνεται στα λόγια του Ραββίνου Jehudah ( 3ος αιώνας ) ο οποίος τονίζει ότι στο sœculum futurum, δηλαδή στο επόμενο ΟΛΑΜ, ο Θεός θα καταστρέψει εντελώς την αμαρτία ( το Yetser haRa ) που υπάρχει μέσα στον κάθε άνθρωπο.[19]
Ο Ραββίνος Akiba, ο οποίος έμεινε γνωστός ως «δεύτερος Μωησής» έγραψε ( Eduy 2. 10 ) ότι μεταξύ άλλων η τιμωρία των ασεβών στην Γέενα διαρκεί για δώδεκα μήνες. Ο διάσημος Hillel όμως προειδοποίησε τους Ιουδαίους ότι η τιμωρία διαρκεί δώδεκα μήνες μονάχα για την γενική κατηγορία των αμαρτωλών ενώ για τους ιδιαίτερα κακούς ανθρώπους η τιμωρία διαρκεί εις τους αιώνες των αιώνων ( ΟΛΑΜΙΜ ΛΕ ΟΛΑΜΙΜ ).
Σε ένα άλλο Ιουδαϊκό κείμενο ( Baba Mez. 58 b ) διαβάζουμε ότι όλοι οι άνθρωποι θα βγούν από την Γέενα εκτός από τρείς κατηγορίες αμαρτωλών, τους μοιχούς, αυτούς που ντροπιάζουν δημόσια τους συνανθρώπους τους και τους συκοφάντες. Άλλοι Ραββίνοι έγραψαν ότι η Γέενα διαρκεί από το Πάσχα μέχρι την Πεντηκοστή.
Γενικά οι ραββίνοι μετέτρεπαν τη Γέενα από σύμβολο επίγειας καταστροφής ( πόλεμο κλπ ) σε σύμβολο της μεταθανάτιας τιμωρίας των αμαρτωλών, την διάρκεια των οποίων ο καθένας προσδιόριζε ανάλογα με το βάρος της κάθε αμαρτίας. Τα διασωθέντα γραπτά της εποχής δίνουν την εντύπωση ότι οι υπερβολικά κακοί άνθρωποι θα υπέφεραν στην Γέενα για πάντα, αλλά όπως βλέπουμε και σε άλλη ενότητα (βλέπε Το τέλος της αιωνιότητας ), εκφράσεις όπως ΟΛΑΜ, ΛΕ ΟΛΑΜ, ΟΛΑΜΙΜ ( αιώνιος, εις τον αιώνα, εις τους αιώνες των αιώνων ) κλπ., δεν αναφέρονταν σε κάποια απόλυτη αιωνιότητα.
Μερικοί Ραββίνοι έγραψαν ότι οι ιδιαίτερα κακοί άνθρωποι «σφραγίζονται για την Γέενα». Πολλοί ίσως ερμηνεύσουν την έκφραση αυτή ως «αμετάκλητη και παντοτινή τιμωρία» αλλά και πάλι πρέπει να αναλογισθούμε πώς οι Ραββίνοι απλά χρησιμοποιούσαν όσο το δυνατόν αυστηρότερες φοβέρες για να αποτρέπουν τους κοινούς ανθρώπους από το κακό. Άλλωστε, για όσους επιμένουν να ερμηνεύουν τέτοιες εκφράσεις κυριολεκτικά, οι περισσότεροι Ραββίνοι δίδασκαν ότι τελικά η Γέενα θα καταργηθεί. Ο κάθε Ραββίνος ανάλογα με ποιά αμαρτία ήθελε να καταδικάσει περισσότερο τη συνέδεε με τη μεγαλύτερη δυνατή διάρκεια τιμωρίας στις φλόγες της Γέενας. Επάνω στο ζήτημα της διάρκειας των βασανιστηρίων κανένας ραββίνος δε φαίνεται συμφωνούσε με τον άλλον, αλλά όλοι τους, σαν τον Πλάτωνα και τους σοφούς άλλων λαών, εκεμεταλεύονταν στο έπακρο τις λαϊκές δοξασίες και δεισδαιμονίες σχετικά με τον άλλον κόσμο για να χαλιναγωγούν τα πάθη του όχλου και να επιβάλλουν όσο καλύτερα μπορούσαν την τάξη.
Ακολουθούν μερικά ακόμα αποσπάσματα από Ραββινικές αναφορές ( τις οποίες συνέλεξε ο ιστορικός Χάνσον ) στο θέμα της περιβόητης Γέενας:
«Ένας Εβραίος Ραββίνος, ο H. N. Adler λέει ότι οι Ραββινικές απόψεις σχετικά με τη Γέενα ‘δε διδάσκουν ατέλειωτα βασανιστήρια, αλλά ότι είναι αδιανόητο για έναν Θό ελέους και δικαιοσύνης να επιτρέπει παντοτινή και ατέλειωτη τιμωρία για παραβάσεις που γίνονται στην προσωρινή επίγεια ζωή’. Ο Dr. Dentsch πρσθέτει ότι δεν υπάρχει ούτε μία λέξη στο Ταλμούδ που να υποστηρίζει το καταραμένο δόγμα ότι στην άλλη ζωή θα υπάρχουν βασανιστήρια χωρίς τέλος’. Ο Dr. Dewes στο έργο του “Plea for Rational Translation,” γράφει ότι η Γέενα αναφέρεται αλληγορικά στο Mishna κυρίως ως τιμωρία διάρκειας δώδεκα μηνών ή ως μίας ημέρας όταν οι ασεβείς θα κατακαούν. Ο Bartolocci επίσης γράφει ότι οι Εβραίοι Ραββίνοι ‘δεν πίστευαν σε κάποια κυριολεκτική ( υλική ) φωτιά, αλλά πίστευαν ότι αυτού του είδους η φωτιά μία μέρα θα σβήσει’»
Μερικές ακόμα Ραββινικές αναφορές[24] στην Γέενα: «θα πάψει να υπάρχει η Γέενα» ( Asarath Maamaroth, f. 35, 1 ), «Ο Γαβριήλ και ο Μιχαήλ θα ανοίξουν τις οκτώ χιλιάδες πύλες της Γέενας και θα ελευθερώσουν τους κατάδικους» ( Jalkuth Shimoni, f. 46, 1 ), «ο Γαβριήλ και ο Μιχαήλ θα ανοίξουν τις σαράντα χιλιάδες πύλες της Γέενας και θα ελευθερώσουν τους κατάδικους» ( Othoth, R. Akiba ), «οι πονηροί παραμένουν στη Γέενα μέχρι την Ανάσταση, όταν ο Μεσσίας περνώντας από εκεί τους απολυτρώνει» ( Emek Hammelech, f. 138, 4, Stephelius’ Rabbinical Literature )
Όλα αυτά τα παραδείγματα φανερώνουν την έντονη μυθολογική φύση καθώς και την ευρύτητα των νοημάτων στις διάφορες αντιλήψεις περί μεταθανάτιας κόλασης που κυκλοφορούσαν την εποχή του Χριστού στην Ιουδαία.
Το μήνυμα όμως του Χριστού δεν βασιζόταν στον φόβο αλλά στην ενδυνάμωση του καταπιεσμένου όχλου τον οποίον τρομοκρατούσαν οι ταγοί του Ιουδαϊκού θρησκευτικού κατεστημένου. Το σήμα κατατεθέν του Χριστού ήταν η φράση «ειρήνη υμίν» καθώς και «μην φοβάστε». Οι «φοβέρες» του Χριστού συνήθως απευθύνονταν στους ίδιους τους «ηγέτες» οι οποίοι τρομοκρατούσαν τους «λαϊκούς» με τους μύθους της «γέενας» και θεωρούσαν τους εαυτούς τους υπεράνω τιμωρίας.
Οι Φαρισσαίοι ηγέτες και Ραββίνοι δεν διέφεραν καθόλου από τους υπόλοιπους ταγούς του τότε κόσμου και έτσι έδιναν μεγάλη έμφαση στον φόβο της μεταθανάτιας τιμωρίας ως αποτελεσματικό μέσο κοινωνικού ελέγχου.
Όπως φαίνεται, την ιδέα αυτή ( ότι ο φόβος της μεταθανάτιας τιμωρίας αποτρέπει την αμαρτία ) ασπάσθηκαν και πολλοί – αν όχι και όλοι – από τους πατέρες της εκκλησίας, οι οποίοι δυστυχώς δεν είχαν αρκετή πίστη στη δύναμη της Χάρης του Θεού η οποία όχι μόνο σώζει «όλους τους ανθρώπους» αλλά και μας «διδάσκει» όλους «να αρνηθώμεν την ασέβειαν και τας κοσμικάς επιθυμίας, και να ζήσωμεν σωφρόνως και δικαίως και ευσεβώς εν τω παρόντι αιώνι»
Ακόμα και οι Αλεξανδρινοί πατέρες που κήρρυταν ανοιχτά την Παγκόσμια σωτηρία αισθάνονταν την ανάγκη – σύμφωνα με τις επικρατούσες Πλατωνικές αντιλήψεις της εποχής τους – να χρησιμοποιύν ψεύτικες φοβέρες και υπερβολές σχετικά με τις κρίσεις του Θεού για να χαλιναγωγούν τα πάθη και να αποτρέπουν τους ανώριμους Χριστιανούς από την αμαρτία.
Για παράδειγμα, ο Ωριγένης εξήγησε στους εχθρούς του Χριστιανισμού[25] ότι ο φόβος της τιμωρίας είναι αποτελεσματική μέθοδος αποτροπής του κακού και της αμαρτίας: «όσο για τις τιμωρίες με τις οποίες προειδοποιούνται οι ασεβείς, τελικά οι τιμωρίες αυτές έρχονται επάνω τους εάν αρνηθούν όλες τις θεραπείες και έχουν, ας πούμε, υποπέσει σε αγιάτρευτες αμαρτίες. Αυτή είναι η διδασκαλία μας για την τιμωρία, και η προώθηση αυτής της διδασκαλίας αποτρέπει πολλούς από τις αμαρτίες τους»
Πρέπει να κατανοήσουμε ότι η αντίληψη αυτή ( ότι ο φόβος …«φυλάει τα έρημα» ) ήταν ευρύτατα διαδεδομένη στον αρχαίο κόσμο και οι απειλές που ξεστόμιζαν για την κόλαση και για τις άλλες τιμωρίες του Θεού, κυρίως οι έλληνες πατέρες της εκκλησίας είχαν καθαρά παιδαγωγικό χαρακτήρα με αποκλειστικό σκοπό να αποτρέψουν «τα ανόητα πλήθη» από την αμαρτία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Χριστιανική θρησκεία να μετατραπεί σταδιακά σε θρησκεία φόβου. Με τα σημερινά δεδομένα αυτό βέβαια ακούγεται ως κάτι άσχημο ( αν και το ποινικό σύστημα της εποχής μας επίσης βασίζεται στην αποτρεπτική δύναμη του φόβου της τιμωρίας ), αλλά την εποχή εκείνη όλοι θεωρούσαν τον φόβο της τιμωρίας, κρατικής ή Θεϊκής, ως «αναγκαίο κακό».
Ο Τερτυλλιανός δεν μπορούσε να διανοηθεί την έλλειψη φόβου «πώς θα μπορείς να αγαπάς χωρίς κάποιον φόβο ότι δεν αγαπάς;»[26]
Ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος επίσης αναγνώρισε την ανάγκη να αποτρέπεται το κακό μέσω του φόβου της τιμωρίας: «εάν στερήσουμε τον κόσμο από τους δικαστές και τον φόβο που αυτοί επιβάλλουν, τα σπίτια, οι πόλεις και τα έθνη θα πέσουν το ένα επάνω στο άλλο σε μία ασταμάτητη σύγχιση, καθώς δε θα υπάρχει κάποιος να αποτρέψει, να περιορίσει ή να πείσει τους ανθρώπους να ζούνε ειρηνικά μέσω του φόβου της τιμωρίας» [27]
Επίσης παρατηρείται η λανθασμένη τάση από τους πρώτους κιόλας αιώνες να περιορίζεται «κατ’ οικονομίαν» η διδασκαλία των ανωτέρων αληθειών της πίστης – όπως η Παγκόσμια σωτηρία – μονάχα στους ώριμους Χριστιανούς εξαιτίας του φόβου ότι αυτές οι μεγάλες αλήθειες θα ενθάρρυναν τους αμαρτωλούς να συνεχίζουν άφοβα τις πονηρές τους πράξεις.
Ο Ωριγένης θεώρησε σχετικά με την διδασκαλία περί «αιώνιας κόλασης» ότι «δεν είναι οφέλημο να δοθούν περισσότερες εξηγήσεις σχετικά με το θέμα αυτό τώρα ή σε όλους επειδή ο όχλος δε χρειάζεται περισσότερη διδασκαλία εξ αιτίας εκείνων που με το φόβο της αιώνιας κόλασης μόλις συγκρατούν τα πάθη τους». Την αποκαλυπτική αυτή επεξήγηση την έκανε στην απάντηση που έγραψε στις κατηγορίες του επικούριου φιλόσοφου Κέλσου ότι ο Θεός των Χριστιανών είναι γεμάτος κακία επειδή στέλνει τους ανθρώπους στην κόλαση. Ο Ωριγένης ουσιαστικά απάντησε στους Κέλσους της εποχής του ( και στους Κέλσους θα έλεγα της κάθε εποχής ) ότι η κυριολεκτική ερμηνεία της φράσης «αιώνια κόλαση» είναι οφέλημο ψέμα που χρησιμοποιούν πολλοί Χριστιανοί ποιμένες για να αποτρέπουν τα ποιμνιά τους από την αμαρτία. Ο Ωριγένης πάντως, όταν υπερασπιζόταν την αλήθεια του ευαγγελίου απέναντι στην κριτική του Κέλσου, επίσης παραδέχθηκε ότι όλες οι τιμωρίες του Θεού, συμπεριλαμβανομένης και της συμβολικής αιώνιας κόλασης, έχουν παιδαγωγικό/σωφρονιστικό χαρακτήρα και πρόσθεσε ότι δυστυχώς η κυριολεκτική ερμηνεία ορισμένων περικοπών της Αγίας Γραφής καταντάει μερικούς «να πιστεύουν για το Θεό αυτό που θα ήταν απίστευτο να κάνουν ακόμα και οι πιό βάναυσοι άνθρωποι».
Είναι αδύνατο να υπολογίσουμε πόσοι πατέρες πίστευαν στην Παγκόσμια Αποκατάσταση ως «εσωτερική αλήθεια» ενώ παράλληλα φοβέριζαν «τον όχλο» με υπερβολικές αναφορές στις κρίσεις του Θεού χωρίς οι ίδιοι φυσικά να τις πιστεύουν. Τα παιδαγωγικά αυτά ψέματα όμως κατάντησαν να διδάσκονται ως κυριολεκτικές αλήθειες, ιδιαίτερα καθώς η εκκλησία άρχισε να βυθίζεται στο σκοτάδι του Μεσσαίωνα. Ως αποτέλεσμα, η αντίληψη του Θεού ως «Πατέρα των πάντων» που τιμωρεί από αγάπη και πάντα με σκοπό την ηθική βελτίωση όλων των παιδιών του ( ΕΒΡ 12 ) σταδιακά επισκιάσθηκε από την «δεισδαιμονική» αντίληψη ενός εκδικητικού και οργισμένου θεού που είναι ικανός να βασανίζει για πάντα τα ίδια του τα δημιουργήματά. Αυτός ο καταστροφικός κυριολεκτισμός συνεχίζεται δυστυχώς και σήμερα, κυρίως από φονταμενταλιστές Χριστιανούς οι οποίοι αγνοούν ( πολλές φορές ηθελημένα ) την ιστορία.
Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός το ότι η Πλατωνική άποψη ότι οι ψεύτικες φοβέρες χαλιναγωγούν τα πάθη του όχλου έγινε αποδεκτή από τους περισσότερους – αν όχι όλους – τους πατέρες της εκκλησίας. Σύμφωνα με τους πιό έγκυρους εκκλησιαστικούς ιστορικούς, δεν ήταν μονάχα ο Ωριγένης ένοχος της Πλατωνικής ιδέας του «οφέλημου ψεύδους» αλλά και οι περισσότεροι πατέρες όπως ο Χρυσόστομος, ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός, ο Μέγας Αθανάσιος, ο Μέγας Βασίλειος, κλπ.
Ο Μέγας Βασίλειος για παράδειγμα διαχώρισε τον Χριστιανισμό σε «εσωτερικές» και «εξωτερικές» διδασκαλίες, δηλαδή σε αλήθειες που διδάσκονται μονάχα στους ώριμους και σε διδασκαλίες που κηρύτονται ανοιχτά στα πλήθη.[28]
Όσο λυπηρό και αν ακούγεται, οι Χριστιανοί ηγέτες θεώρησαν και συνεχίζουν να θεωρούν ως οφέλημο το ψέμα και τον «μπαμπούλα» της κόλασης για να αποτρέπουν την αμαρτία! Μην έχοντας εμπιστοσύνη στην ηθική δύναμη που προσφέρει στον άνθρωπο η Χάρη του Θεού προτίμησαν να εμπιστευθούν τους μύθους και «τα στοιχεία αυτού του αιώνος» με τις ψεύτικες φοβέρες και την δαιμονοποίηση της εικόνας του Θεού κάτι όμως που η ίδια η ιστορία απέδειξε ότι δεν έχει καμμία δύναμη στην καταπολέμηση του κακού.
Η λεγόμενη αποτρεπτική δύναμη του φόβου της κόλασης
Παρόλα τα διδάγματα της ιστορίας ( ότι ο φόβος της κόλασης δεν έχει κανένα πνευματικό όφελος ) πολλοί Ουνιβερσαλιστές Χριστιανοί, ακόμα και σήμερα, συνεχίζουν να θεωρούν τον φόβο της κόλασης ως οφέλιμο ψέμα, με αποτρεπτική δύναμη. Είναι δύσκολο να υπολογίσουμε σήμερα πόσοι ιεράρχες, θεολόγοι, ποιμένες και διδάσκαλοι πιστεύουν εσωτερικά στην Αποκατάσταση αλλά είτε απο φόβο μην χαρακτηριστούν ως αιρετικοί είτε από φόβο μην ενθαρρύνουν τους αμαρτωλούς να αμαρτάνουν περισσότερο, αποφεύγουν να εκφράσουν την ελπίδα τους ανοικτά.
Όταν τον 17ο αιώνα η Ευρώπη άρχιζε δειλά δειλά να βγαίνει από το σκοτάδι του Μεσσαίωνα, αναβίωσε ο Ουνιβερσαλισμός και εμφανίστηκαν διάφορα συγγραφικά έργα που ασκούσαν κριτική στο παραδοσιακό δόγμα της κόλασης. Η τάση αυτή έγινε ακόμα πιό έντονη τον 18ο αιώνα όταν η Ευρώπη γέμισε από Ουνιβερσαλιστές Χριστιανούς. Η αντίδραση των συντηριτικών Χριστιανών ήταν έντονη, άμεση και θα έλεγα σπασμωδική. Ο αποτρεπτικός ρόλος του φόβου της κόλασης ήταν τόσο δεδομένος που οι συντηριτικοί Χριστιανοί άρχισαν να φαντάζονται ότι η αναβίωση του Ουνιβερσαλισμού εκτόξευε την ασυδωσία των αμαρτωλών στα ύψη της ύβρεως ( ή μάλλον στα βάθη της αβύσσου ), και ότι η διαβολική αυτή αίρεση αποτελούσε ένα θανάσιμο κίνδυνο για την εκκλησία και για την ίδια την κοινωνία. Για παράδειγμα, τον Μάϊο του 1741 στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης ένας κήρυκας ονόματι William Dodwell βρωντοφώναξε τα εξής στους έκπληκτους ακροατές του: «Είναι καταφάνερο ότι από τη στιγμή που οι άνθρωποι έμαθαν να αποβάλλουν τον φόβο της αιώνιας κόλασης, η αύξηση της ασέβειας και της ακολασίας αναμεσά μας είναι πολύ μεγάλη… Έχουν διαπραχθεί ασυνήθιστα εγκλήματα, και έχουν εκδηλωθεί πρωτοφανή στοιχεία κακού».[29]
Παρόμοιες κατηγορίες εξαπολύονταν εναντίον των Ουνιβερσαλιστών από φοβισμένους Χριστιανούς οι οποίοι έβλεπαν την άρνηση της κόλασης ως σημάδι μεγάλης αποστασίας και ως προετοιμασία του εδάφους για την εμφάνιση του ανθρώπου της ανομίας. O D. P. Walker σκιαγραφεί τέλεια τα συναισθήματα των συντηριτικών Χριστιανών κάθε εποχής: «Ο πιό βασικός λόγος που το δόγμα της κόλασης επικράτησε στον Χριστιανισμό είναι η έντονη και σχεδόν παγκόσμια πεποίθηση στην αποτρεπτική της δύναμη αναφορικά με την αμαρτία». Αναφερόμενος στην έντονη αντίδραση που προκάλεσε η μετα – Μεσσαιωνική αναβίωση του Ουνιβερσαλισμού ο ίδιος ιστορικός γράφει: «Πίστευαν τότε ότι εάν αφαιρεθεί ο φόβος της κόλασης, οι περισσότεροι άνθρωποι θα συμπεριφέρονταν χωρίς καμία ηθική συγκράτηση και ότι η κοινωνία θα κατέρρεε μέσα σε ένα όργιο αναρχισμού. Η ταύτηση μεταξύ του αθεϊσμού , ο οποίος φυσικά αρνείται την ύπαρξη της κόλασης, και της ακολασίας ήταν τότε τόσο ισχυρή που ήταν συνηθισμένο να θεωρούνται οι ακόλαστοι ως αθεϊστές…Βασικά επικρατούσε η άποψη πώς μονάχα οι εγκληματίες και τα αποβράσματα της κοινωνίας είχαν κάποιο λόγο για να αρνούνται το δόγμα της κόλασης»[30]
Ο Walker επίσης εξηγεί τους λόγους για τους οποίους οι περισσότεροι Ουνιβερσαλιστές, από τους πρώτους πατέρες όπως ο Κλήμης και ο Ωριγένης μέχρι και σήμερα περιγράφουν τις τιμωρίες της κόλασης με την ίδια αυστηρή γλώσσα που την περιγράφουν και οι υποστηρικτές της παραδοσιακής κόλασης: «Ο κύριος λόγος για τον οποίον σχεδόν όλα τα θεολογικά συστήματα που καταργούν την αιωνιότητα της κόλασης διατηρούν μακρυές περιόδους με τιμωρίες και βασανιστήρια, είναι σίγουρα η επιθυμία να διατηρηθεί όσο δυνατόν περισσότερο η αποτρεπτική δύναμη του φόβου. Πάντα το μεγαλύτερο εμπόδιο στην αποδοχή των συστημάτων αυτών ήταν το γεγονός ότι ελάττωναν ή εξαφάνιζαν την αποτρεπτικότητα που πρόσφερε το δόγμα της παραδοσιακής κόλασης, και όπως ήταν φυσικό οι υποστηρικτές των συστημάτων αυτών ( Ουνιβερσαλισμός & Εκμηδενισμός ) κατηγορούνταν ότι πρόσφεραν εππιπλέον κίνητρα στους απειθείς για να συνεχίζουν να αμαρτάνουν. Ήταν λοιπόν επόμενο για τους υποστηρικτές των συστημάτων αυτών να δίνουν μεγάλη έμφαση στις μεταθανάτιες τιμωρίες τις οποίες και φούσκωναν με υπερβολές παρόλο που δίδασκαν ότι ήταν προσωρινές»[31]
Footnotes / Endnotes:
----------------------------------------------------
- βλέπε Grote’s Plato, Vol. III, xxxii. pp. 56, 7. (↩)
- The Origin and History of The Doctrine of Endless Punishment, By Thomas B. Thayer. (Boston: 1855). (↩)
- Neander’s Church Hist., I, p. 7. Aristotle. Dissertation vi, Pt. ii, ο.π (↩)
- The Origen and History of The Doctrine of Endless Punishment, ο.π (↩)
- ο.π (↩)
- Polybius, B. vi 56., πηγή: ο.π (↩)
- Dionysius Halicarnassus Antiq. Rom., B. ii, πηγή: ο.π (↩)
- Livy Hist., I 19., πηγή: ο.π (↩)
- Strabo,Geog., B. I, πηγή: ο.π (↩)
- Mosheim’s Church History, century I pt. I chap. Ii, πηγή: ο.π (↩)
- Encyclopedia Americana, “Demon.”, πηγή: ο.π (↩)
- History of Philosophy, Book iV c. 1., του ιστορικού Enfield, πηγή: ο.π (↩)
- Campbell, Dissertation vi, Pt. ii, πηγή: ο.π (↩)
- Tours of Hell, An Apocalyptic Form in Jewish and Christian Literature, by Martha Himmelfarb, σελ. 71, University of Pennsylvania Press, (Philadelphia, 1983). (↩)
- ο.π, σελ. 25 (↩)
- ο.π, σελ. 17 (↩)
- βλέπε Αιθιοπική Αποκάλυψη της Μαρίας, πηγή: ο.π (↩)
- Whitby, πηγή: THE ORIGIN AND HISTORY OF THE Doctrine of Endless Punishment. (↩)
- πηγή: ο.π (↩)(↩)
- Dr. Macknight Whittemore’s Notes., πηγή: ο.π (↩)
- The Life and Times of Jesus the Messiah του Alfred Edersheim , 1883, βλέπε Appendix 19 ON ETERNAL PUNISHMENT, ACCORDING TO THE RABBIS AND THE NEW TESTAMENT. (↩)
- Elieser, Shabb, 152 b, πηγή: ο.π (↩)
- Chag. 15 b, πηγή: ο.π (↩)
- πηγή: The Bible Hell, του J. W. Hanson, Fourth Edition Boston: Universalist Publishing House 1888. (↩)
- Κατά Κέλσου, 8. 34. 11 (↩)
- Τερτυλλιανός κατά Μαρκίωνα, Book 1, Ch. 27. Ante-Nicene Christian Library Edinburgh: T&T Clark. (↩)
- Helen Ellerbe, The Dark Side of Christian History, σελ. 5, Morningstar Books, 1995. (↩)
- Max Muller, Theosophy of Psychology, Lect. xiv. (↩)
- The Decline of Hell, by D. P. Walker, σελ. 3, Routledge & Kegan Paul LONDON, 1964. (↩)
- ο.π, σελ. 4 (↩)
- ο.π, σελ. 69 (↩)